3

2 + 2 = 5

λοιπόν...
το πιάνω από δω, το πιάνω από 'κει
μάταια προσπαθώ να κάνω μια αξιοπρεπή διανοητική ανάλυση, 
με τα επιχειρήματά της, τον αντιλογό της, την σφαιρικότητά της, την
αδέκαστη αντικειμενικότητά της, με τα όλα της δηλαδή...

περί βίας ο λόγος...
(και κοίτα τι θυμήθηκα τώρα... τότε που με τον εθνικό ύμνο -"...που με βιά μετρά τη γη..." - ήθελαν να μας πείσουν πως τον Κολοκοτρώνη τον είχε πιάσει κωλοπηλάλα)

όσο κι αν το μυαλό τσιμπάει στην παπαρολογία, το κύτταρό μου τσινάει

καταρχήν γιατί αν και χαμπάρι δεν παίρνω 
η κάθε ανάσα μου για να υπάρξει σκοτώνει έναν σκασμό από 'κείνα - ξέρετε - τα μικρά αόρατα πραματάκια, μικροοργανισμούς κι όπως αλλιώς τα λένε,
άσε που για να μη γίνει χώμα το κορμί μου ετούτο το σμιλεμένο νυχθημερόν τσακώνομαι με το σύμπαν αυτοπροσώπως  (εντροπία το λένε αυτό) - πω ρε πούστη μου και γαμώ τους βίαιους τύπους είμαι.

από την άλλη και από πρώτο χέρι ξέρω 
πως αν πατήσω την ουρά στη γάτα μου τη γρατζουνιά την έχω σίγουρα παράσημο
ενώ εσύ καλέ μου γραβατωμένε τηλεαστέρα -αλήθεια πόση βία ασκεί ετούτη η γραβάτα και η τηλεσυχνότητά σου στην ύπαρξή μου; - διαρρηγνύεις τα ιμάτιά σου για να με πείσεις πως δεν είμαι ζώο αλλά ον κοινωνικό.  
άντε και καλά 
άντε και γαμώ τους Χόμπς, τους Κάντ τις αστικές σου κοινωνίες και πάει λέγοντας, 
άντε και να σου πω εντάξει. 
 άντε και να "φτιαχτώ" ότι δεν είμαι ζώο αλλά ον τρομάρα μου. 
ωραία.

όταν με το στανιό πας και μου λες πως δυο και δυο κάνει πέντε εγώ τι κάνω; 
δε θα σου πω πως είσαι μαλάκας; 
και θα στο πω σαν ον - αφού έτσι με θες - κι όχι σα ζώο που ξέρει πως (δυο μπροστά κι άλλα δυο πίσω) δεν έχει πέντε πόδια.
και τότε ανακαλύπτεις τη βία τη δικιά μου.
και μου θυμίζεις πως κι εγώ την άσκησα στους γύρω μου στα παιδιά μου, σε όποιον είχα του χεριού μου. 
με κάνεις συνένοχο κι ελπίζεις να βγάλω το σκασμό.

κι αν δεν το κάνω;


11

η σοδειά μου

η άνοιξη μας χάϊδεψε φέτο.
για τα βουνά μιλάω.
κει που τίποτα δε χαρίζεται

δυο κερασές έχω. 
κι άλλα τόσα βύσσινα.
φάγαμε όλοι.
καρπό και δέσιμο.

και τ΄ αγριοτριαντάφυλλα.  
το καλό μας το γλυκό τα γιόμισε τα βάζα.

και τώρα ....
στ’ απάντημα του χινοπώρου
στρώμα τα καρύδια – έστω και κοκκαλιάρικα –
τα λιάζουμε σε κάθε τσάκισμα του ήλιου

και τα κάστανα.
κι οι κυδωνιές τσιγγούνες δεν εφάνηκαν.

κι η κοφίνα  - να τώρα προχθές – γιόμισε σταφύλια
και τα πατήσαμε σε μικρή λεκάνη
και μείνανε τσίπουρα
να στάξουνε στην κατσαρόλα τη σφραγισμένη με ζυμάρι.

και πίτα φτιάσαμε
από το τίποτα. 
από ότι έμεινε στο ξεκηπισμένο περβόλι.
από το μήλο που μισό μισό  το’ χουμε με την κίσσα και τη σφίγκα

και ρίγανη τρίψαμε

και τα κοκκινομανίταρα εβγήκανε στο δάσος
που σα βγεις να τα ψάξεις δε ξέρεις τι μοσχοβολάει πιότερο
η ελατόπ'τσα ή η πρωινή δροσάδα μέσα στα έλατα

κι είν’
και τα βράδια μπρος στο τζάκι
π' απον’ώρας άναψε  στα μέρη τούτα
που η μάνα σου λέει
για τα χρόνια τα παλιά
για τη μούλα
για τ' αλέτρι
για το πόδι το ξυπόλυτο  ως τα Λαγκάδια - μια μέρα δρόμος -
σα πιάσαν τον αδερφό
για το ζάρωμα και το θάμπος 
σα σ' αντάμωσε ο Πέρδικας να κοιμάσαι στο χωράφι αξημέρωτα.

κι’ είναι σα να τα ξέρεις...
τη σπορά
το θέρο
το τρύγο  

κι όλα παίρνουν το μπόϊ που τους πρέπει...
4

σήκω ρε...

σήκω ρε μαλάκα
άπλωσε τα χέρια

βγάλε το στήθος σου στον ήλιο

φέρε μια βόλτα...



ξέρεις τι σημαίνει ότι γεννήθηκες σε τούτη την ξέρα;
ότι ξέρεις ν΄αγαπάς
τον Άνθρωπο

ότι ξέρεις τι σημαίνει Νόστος
για κάθε πλάσμα

ότι ξέρεις τι σημαίνει ξερολιθιά
έτσι κι αλλιώς

ότι το ταγάρι της ζητιανιάς
πατρογονικά το τίμησες

φέρε άλλη μια βόλτα
και δες...
ότι μόνο η ζεστασιά σαν χώσεις τα χέρια σου  στην οργωμένη γη
θα σε παρηγορήσει

τα χέρια σου θα σε σώσουν
όχι το μυαλό σου...

γι' αυτό σου λέω
άνοιξέ τα....

όπως κι αν έχει
σήκω
..... και χόρεψε .....

και θυμήσου
πως η ζωή σου....
... δεν είναι πάνω απ'όλα
ενώ όλα εξαρτούνται από τον τρόπο της.....



Back to Top