11

no tengo paisaje

Έχω που ακούω κι αυτό το τραγούδι...
Και δεν είμαι καλά...
Κι αυτός ο στίχος: "no tengo lugar"
Όχι αυτό δεν είναι ανάρτηση.
Είναι που δεν μπορώ να βγω στους δρόμους και να το γράψω σε όλους τους τοίχους.




Αλήθεια δακρύζουν ποτέ οι οθόνες;


ΥΓ: n0 tengo lugar  θα πει δεν έχω τόπο, δεν έχω χώρο

23

μέγας ο φόρος των παθών μας


 (κάνε κλικ ντε να διαβάσεις, μη βαριέσαι)

Εγώ απόφαση το έχω πάρει.  Οι άλλοι πάλι όχι.  Αφού σου λέω κυρ Αποτέτοιε μου ο εγκέφαλός μου αρνείται.  Ότι κι αν λες στο λάθος ημισφαίριό του απευθύνεσαι.  Μουλάρωσε σου λέω δεν συνεργάζεται.


Για να δεις όμως τι ανοιχτό πνεύμα και τι καλοπροαίρετος άνθρωπος είμαι κάτσε να το πάρουμε από την αρχή το πράμα.


Όταν ο ποιητής λέει φόρο τι ακριβώς εννοεί;  Τι θέλει να πει ρε παιδί μου;  Με ήξερε κι από χθες για να τονε βάλω με το στανιό συνεταίρο στη φασολάδα μου;


"Η φορολογία των φυσικών και νομικών προσώπων είναι το "εργαλείο" που διαθέτει η Κυβέρνηση ενός Κράτους, προκειμένου να συγκεντρώσει έσοδα και να μπορέσει να ασκήσει το κυβερνητικό της έργο" ( δεν το λέω εγώ, το λεξικό το λέει)


Αααα σαν κάτι να κατάλαβα τώρα. 
Είναι που οι πολλοί αποτέτοιοι προκειμένου κάτι να κάνουν πρέπει να βάλουν χέρι στη τσέπη μου.  Μάλιστα, ας πούμε πως αυτό το εμπέδωσα. 


Την τσέπη... μου τη χερουκλώσαν. Τόσο δε, που κοντεύω να ξεχάσω πως είναι δικιά μου. 
Πάει στα κομμάτια.  Αν είναι για καλό, πάρε και τη φασολάδα  πάρε και το σκορδοστούμπι της μαζί.  Χαλάλι.


Ώπα όμως ρε μεγάλε.  Μισό.  Στο σωστό το δρόμο πότε συμφωνήσαμε ότι σε θέλω να με βάλεις;  Και κυρίως από πότε οι αδυναμίες οι δικές μου γίνανε χρυσάφι στη τσέπη τη δικιά σου;  Άντε και τη φασολάδα να τη μοιραστούμε.  Την ανάγκη μου να το φουντώσω το ρημάδι το τσιγάρο γιατί να στη πληρώσω;  Στη χρώσταγα;

Αν είναι να μου φορολογείς τα πάθη μου τότε γιατί δεν φορολογείς και το γαμήσι μου; Άσε μη μου πεις, ξέρω... προβλέπεται στον επόμενο προϋπολογισμό.



Στο 'πα εγώ κύρ Αποτέτοιε μου, δε γίνεται.... Μουλάρωσε σου λέω.


ΥΓ1: Το 'χω κόψει το ρημαδιασμένο το κάπνισμα κανα χρόνο τώρα. Αλλά έτσι για πάρτη σου λέω να το ξαναρχίσω.  Όχι για μένα αλλά για τη φουκαριάρα την οικονομία... 


ΥΓ2:  Αν - λέμε αν - το αποποινικοποιήσετε το "άλλο"τελικά, με τι ΦΠΑ θα βγει στη πιάτσα;

25

"Τι είναι αυτό;"



(για τον Φώντα που μου θύμισε το πιότερο της ψυχής και το λίγο του μυαλού)
 


.


19

Ο γκρεμιστής



Ἀκοῦστε. Ἐγὼ εἶμαι ὁ γκρεμιστής, γιατί εἶμ᾿ ἐγὼ κι ὁ κτίστης,
ὁ διαλεχτὸς τῆς ἄρνησης κι ὁ ἀκριβογιὸς τῆς πίστης.
Καὶ θέλει καὶ τὸ γκρέμισμα νοῦ καὶ καρδιὰ καὶ χέρι.
Στοῦ μίσους τὰ μεσάνυχτα τρέμει ἑνὸς πόθου ἀστέρι.
Κι ἂν εἶμαι τῆς νυχτιᾶς βλαστός, τοῦ χαλασμοῦ πατέρας,
πάντα κοιτάζω πρὸς τὸ φῶς τὸ ἀπόμακρο τῆς μέρας.
ἐγὼ ὁ σεισμὸς ὁ ἀλύπητος, ἐγὼ κι ὁ ἀνοιχτομάτης·
τοῦ μακρεμένου ἀγναντευτής, κι ὁ κλέφτης κι ὁ ἀπελάτης
καὶ μὲ τὸ καριοφίλι μου καὶ μὲ τ᾿ ἀπελατίκι
τὴν πολιτεία τὴν κάνω ἐρμιά, γῆ χέρσα τὸ χωράφι.
Κάλλιο φυτρῶστε, ἀγκριαγκαθιές, καὶ κάλλιο οὐρλιάστε, λύκοι,
κάλλιο φουσκῶστε, πόταμοι καὶ κάλλιο ἀνοῖχτε τάφοι,
καί, δυναμίτη, βρόντηξε καὶ σιγοστάλαξε αἷμα,
παρὰ σὲ πύργους ἄρχοντας καὶ σὲ ναοὺς τὸ Ψέμα.
Τῶν πρωτογέννητων καιρῶν ἡ πλάση μὲ τ᾿ ἀγρίμια
ξανάρχεται. Καλῶς νὰ ῾ρθῆ. Γκρεμίζω τὴν ἀσκήμια.
Εἶμ᾿ ἕνα ἀνήμπορο παιδὶ ποὺ σκλαβωμένο τό ῾χει
τὸ δείλιασμα κι ὅλο ρωτᾷ καὶ μήτε ναὶ μήτε ὄχι
δὲν τοῦ ἀποκρίνεται κανείς, καὶ πάει κι ὅλο προσμένει
τὸ λόγο ποὺ δὲν ἔρχεται, καὶ μία ντροπὴ τὸ δένει
Μὰ τὸ τσεκοῦρι μοναχὰ στὸ χέρι σὰν κρατήσω,
καὶ τὸ τσεκοῦρι μου ψυχὴ μ᾿ ἕνα θυμὸ περίσσο.
Τάχα ποιὸς μάγος, ποιὸ στοιχειὸ τοῦ δούλεψε τ᾿ ἀτσάλι
καὶ νιώθω φλόγα τὴν καρδιὰ καὶ βράχο τὸ κεφάλι,
καὶ θέλω νὰ τραβήξω ἐμπρὸς καὶ πλατωσιὲς ν᾿ ἀνοίξω,
καὶ μ᾿ ἕνα Ναὶ νὰ τιναχτῶ, μ᾿ ἕνα Ὄχι νὰ βροντήξω;
Καβάλα στὸ νοητάκι μου, δὲν τρέμω σας ὅποιοι εἶστε
γκρικάω, βγαίνει ἀπὸ μέσα του μιὰ προσταγή: Γκρεμίστε!


Κωστής Παλαμάς 

(φωτο: Μπενάκη και Καλλιδρομίου) 

25

Κοπιάστε...

Ήρθατε; Καλώς ήρθατε... Κοπιάστε

Ντυθείτε μόνο καλά να βγούμε για βόλτα.

Ν' ακούσουμε το βουητό του αέρα μες στο δάσος




ν'  ανασάνουμε την ομίχλη



να μουδιάσουν τα χείλια μας απ' το νερό το παγωμένο




Και μετά πίσω . Στο τζάκι μπροστά.

Μας περιμένει ψωμί ζεστό



και τσίπουρο για να ζεσταθούμε






Κι έτσι με το βλέμμα να φωτίζεται γλυκά απ' τη φωτιά να πιάσουμε τα παραμύθια





.


20

πάντα από μια στέγη κρέμεται



Για μια ακόμα φορά στα βουνά μου.
Τα βήματα λες κι από μόνα τους με βγάζουν σε τόπο αγαπημένο.

Υπάρχει -σωστότερα υπήρχε - ένα χωριό  σε μια πλαγιά στην καρδιά του Μαινάλου. 



 Έλατα αιωνόβια το κρύβουνε στον κόρφο τους ενώ ο Μυλάωντας - ποτάμι που το βάφτισε ο Πάνας - στα πόδια του δελεαστικά του γνέφει. 



Και πράγματι κάποια στιγμή στο παρελθόν κατάφερε το χωριό να το γητέψει και κύλησαν τα σπίτια του πασχίζοντας ν΄αγγίξουν τα νερά.




Οι άνθρωποι όμως ποτέ δεν μπόρεσαν τον έρωτα ετούτο του χωριού για το ποτάμι να τον καταλάβουν κι αφήσανε τα σπίτια τους με τρόμο και οργή.




Αν τώρα περάσεις από εκεί ακούς του ποταμού το κάλεσμα και νιώθεις τα σπίτια να στέκονται στην κόψη.  Λαχταρώντας το ταξίδεμα απ' τη μια και πεισματικά κρατώντας το χνώτο των ανθρώπων τους απ' την άλλη.


Πάντα από μια στέγη κρέμεται...

...μάνας νανούρισμα, γερμένο στην άγουρη την κούνια
...γέλια παιδιών, το σούρουπο στην πέτρινη αυλή
...άντρα τραγούδι π' απόκαμε και στέργει στη σκιά
...θρήνος που στο πρεβάζι απλώθηκε, το μάνταλο σφαλώντας

...πόθος πνιχτός ανύποτος, φωτιά στη νύχτα μέσα...







Πάντα μια στέγη ...
Όσο γερά αυτή αντιστέκεται
ο αχός δεν ξεθωριάζει.
Μένει να αντιλαλεί
στη γη που τον εγέννησε.


12

η ευχή η δικιά μου

Ευχές τις τελευταίες μέρες πολλές. 
Η καλύτερη ήρθε αναπάντεχη. 
Ταξιδεύοντας.
Κρυμμένη σε έναν στίχο:

"ν' αλητεύω εν ψυχρώ"





ΥΓ: Με τι τρόπο μαγικό φωτίζονται κάποτε αυτά που λαχταράμε;  Λες και κάποιος κινεί την δέσμη και σημαδεύει ίσα στην καρδιά μας
Back to Top