3

2 + 2 = 5

λοιπόν...
το πιάνω από δω, το πιάνω από 'κει
μάταια προσπαθώ να κάνω μια αξιοπρεπή διανοητική ανάλυση, 
με τα επιχειρήματά της, τον αντιλογό της, την σφαιρικότητά της, την
αδέκαστη αντικειμενικότητά της, με τα όλα της δηλαδή...

περί βίας ο λόγος...
(και κοίτα τι θυμήθηκα τώρα... τότε που με τον εθνικό ύμνο -"...που με βιά μετρά τη γη..." - ήθελαν να μας πείσουν πως τον Κολοκοτρώνη τον είχε πιάσει κωλοπηλάλα)

όσο κι αν το μυαλό τσιμπάει στην παπαρολογία, το κύτταρό μου τσινάει

καταρχήν γιατί αν και χαμπάρι δεν παίρνω 
η κάθε ανάσα μου για να υπάρξει σκοτώνει έναν σκασμό από 'κείνα - ξέρετε - τα μικρά αόρατα πραματάκια, μικροοργανισμούς κι όπως αλλιώς τα λένε,
άσε που για να μη γίνει χώμα το κορμί μου ετούτο το σμιλεμένο νυχθημερόν τσακώνομαι με το σύμπαν αυτοπροσώπως  (εντροπία το λένε αυτό) - πω ρε πούστη μου και γαμώ τους βίαιους τύπους είμαι.

από την άλλη και από πρώτο χέρι ξέρω 
πως αν πατήσω την ουρά στη γάτα μου τη γρατζουνιά την έχω σίγουρα παράσημο
ενώ εσύ καλέ μου γραβατωμένε τηλεαστέρα -αλήθεια πόση βία ασκεί ετούτη η γραβάτα και η τηλεσυχνότητά σου στην ύπαρξή μου; - διαρρηγνύεις τα ιμάτιά σου για να με πείσεις πως δεν είμαι ζώο αλλά ον κοινωνικό.  
άντε και καλά 
άντε και γαμώ τους Χόμπς, τους Κάντ τις αστικές σου κοινωνίες και πάει λέγοντας, 
άντε και να σου πω εντάξει. 
 άντε και να "φτιαχτώ" ότι δεν είμαι ζώο αλλά ον τρομάρα μου. 
ωραία.

όταν με το στανιό πας και μου λες πως δυο και δυο κάνει πέντε εγώ τι κάνω; 
δε θα σου πω πως είσαι μαλάκας; 
και θα στο πω σαν ον - αφού έτσι με θες - κι όχι σα ζώο που ξέρει πως (δυο μπροστά κι άλλα δυο πίσω) δεν έχει πέντε πόδια.
και τότε ανακαλύπτεις τη βία τη δικιά μου.
και μου θυμίζεις πως κι εγώ την άσκησα στους γύρω μου στα παιδιά μου, σε όποιον είχα του χεριού μου. 
με κάνεις συνένοχο κι ελπίζεις να βγάλω το σκασμό.

κι αν δεν το κάνω;


11

η σοδειά μου

η άνοιξη μας χάϊδεψε φέτο.
για τα βουνά μιλάω.
κει που τίποτα δε χαρίζεται

δυο κερασές έχω. 
κι άλλα τόσα βύσσινα.
φάγαμε όλοι.
καρπό και δέσιμο.

και τ΄ αγριοτριαντάφυλλα.  
το καλό μας το γλυκό τα γιόμισε τα βάζα.

και τώρα ....
στ’ απάντημα του χινοπώρου
στρώμα τα καρύδια – έστω και κοκκαλιάρικα –
τα λιάζουμε σε κάθε τσάκισμα του ήλιου

και τα κάστανα.
κι οι κυδωνιές τσιγγούνες δεν εφάνηκαν.

κι η κοφίνα  - να τώρα προχθές – γιόμισε σταφύλια
και τα πατήσαμε σε μικρή λεκάνη
και μείνανε τσίπουρα
να στάξουνε στην κατσαρόλα τη σφραγισμένη με ζυμάρι.

και πίτα φτιάσαμε
από το τίποτα. 
από ότι έμεινε στο ξεκηπισμένο περβόλι.
από το μήλο που μισό μισό  το’ χουμε με την κίσσα και τη σφίγκα

και ρίγανη τρίψαμε

και τα κοκκινομανίταρα εβγήκανε στο δάσος
που σα βγεις να τα ψάξεις δε ξέρεις τι μοσχοβολάει πιότερο
η ελατόπ'τσα ή η πρωινή δροσάδα μέσα στα έλατα

κι είν’
και τα βράδια μπρος στο τζάκι
π' απον’ώρας άναψε  στα μέρη τούτα
που η μάνα σου λέει
για τα χρόνια τα παλιά
για τη μούλα
για τ' αλέτρι
για το πόδι το ξυπόλυτο  ως τα Λαγκάδια - μια μέρα δρόμος -
σα πιάσαν τον αδερφό
για το ζάρωμα και το θάμπος 
σα σ' αντάμωσε ο Πέρδικας να κοιμάσαι στο χωράφι αξημέρωτα.

κι’ είναι σα να τα ξέρεις...
τη σπορά
το θέρο
το τρύγο  

κι όλα παίρνουν το μπόϊ που τους πρέπει...
4

σήκω ρε...

σήκω ρε μαλάκα
άπλωσε τα χέρια

βγάλε το στήθος σου στον ήλιο

φέρε μια βόλτα...



ξέρεις τι σημαίνει ότι γεννήθηκες σε τούτη την ξέρα;
ότι ξέρεις ν΄αγαπάς
τον Άνθρωπο

ότι ξέρεις τι σημαίνει Νόστος
για κάθε πλάσμα

ότι ξέρεις τι σημαίνει ξερολιθιά
έτσι κι αλλιώς

ότι το ταγάρι της ζητιανιάς
πατρογονικά το τίμησες

φέρε άλλη μια βόλτα
και δες...
ότι μόνο η ζεστασιά σαν χώσεις τα χέρια σου  στην οργωμένη γη
θα σε παρηγορήσει

τα χέρια σου θα σε σώσουν
όχι το μυαλό σου...

γι' αυτό σου λέω
άνοιξέ τα....

όπως κι αν έχει
σήκω
..... και χόρεψε .....

και θυμήσου
πως η ζωή σου....
... δεν είναι πάνω απ'όλα
ενώ όλα εξαρτούνται από τον τρόπο της.....



3η του Σεπτέμβρη να περνάς


μέρα που είναι
αφιερωμένο στους Μαυροκορδάτους, Κωλέτηδες, Μακρυγιάννηδες και πάει λέγοντας


(ά ρε Γέρο... ) 
2

¨...δρόμο να σχίσουν τα σπαθιά κι ελεύθεροι να μείνουν...

[...] Και βλέπω πέρα τα παιδιά και τες αντρογυναίκες
γύρου στη φλόγα π' άναψαν και θλιβερά τη θρέψαν
μ' αγαπημένα πράματα και με σεμνά κρεβάτια,
ακίνητες, αστέναχτες, δίχως να ρίξουν δάκρυ.
Γλήγορα στάχτη να φανείς, οι φούχτες να γιομίσουν.
Είν' έτοιμα στην άσπονδη πλημμύρα των αρμάτων
δρόμο να σχίσουν τα σπαθιά κι ελεύθεροι να μείνουν
εκείθε με τους αδερφούς, εδώθε με το χάρο.

Δρόμο να σχίσουν τα σπαθιά κι ελεύθεροι να μείνουν[...]


[...]κι απ' όπου χαράζει, έως όπου βυθά
τα μάτια μου δεν είδαν τόπον ενδοξότερεον
από τούτο τ' αλωνάκι[...]

Διονύσιος Σολωμός
Ελεύθεροι Πολιορκημένοι



...όπως λέμε ελευθερία, δημοκρατία κι άλλες τέτοιες μπούρδες....



πρόσβαση στη σελίδα του Indymedia μπορείτε να έχετε μέσω TOR, στη διεύθυνση: http://gutneffntqonah7l.onion  ή
απευθείας μπαίνοντας από εδώ: http://gutneffntqonah7l.onion.to/
(πατήστε απλά στο κίτρινο πλαίσιο: "Click to proceed to..")

σχετικές πληροφορίες: http://goo.gl/gwKYH
3

ένας ευαίσθητος ληστής

"...Μείνετε άγρυπνοι νέοι του Πεκίνου.  Κανένα σύστημα δεν θα σας υποσχεθεί την ελευθερία σας.  Δεν υπάρχει τέτοιο σύστημα, σας είπαν ψέματα.  Μόνιμα θα διεκδικείτε ολοένα και περισσότερο αυτό που σας αρνούνται, βασιζόμενοι στην κούρασή σας. Με λίγες μόνο εξαιρέσεις.  Μα με τις εξαιρέσεις ο κόσμος προχωρά. Όσοι ανθέξετε θα πάτε ένα βήμα πιο μπροστά, και η Κίνα από μέσα της θα σας χαμογελά.  Όχι με το χαμόγελο του εμπορίου, αλλά με το αιώνιο χαμόγελο της άνοιξης, των λουλουδιών και της μουσικής..."


"... είδαμε έλληνες αστυνόμους της ασφαλείας να χτυπάν με πάθος νέους που δεν τους μοιάζουν.  Η εξουσία είτε κομμουνιστική, είτε δημοκρατική, είτε ροζ σοσιαλιστική, είτε θεοκρατική είναι άθλια, βάρβαρη κι απάνθρωπη.  Νομίζω πως είναι καιρός προς τα εκεί να στρέψομε το μίσος μας και τους αγώνες μας..."

(Μάνος Χατζηδάκις - 1988 δυο αποσπάσματα από το Τρίτο Πρόγραμμα - το ένα για τα γεγονότα της εποχής στην Κίνα και το άλλο για την εξουσία)




3

εσύ... κι εγώ



εγώ φταις
εσύ φταίω

εγώ πονάς
εσύ πονάω

εγώ ελπίζεις
εσύ ελπίζω

εγώ με εχθρεύεσαι
εσύ σε εχθρεύομαι

εγώ θα έχεις δρόμο
εσύ θα έχω Ζωή
2

ιστορία μου ανομία μου

(αναδημοσίευση από Constinho)


παίζουν κιθάρα, αυτή είναι η πραγματική ζωή
Χρήστος Βακαλόπουλος


Τους ακούς να κάνουν τους κήρυκες από τις αντέννες και το γυαλί και ψαρώνεις· ή ψαρώνει η θειά σου η νοικοκυραία κι ο οικογενειακός φίλος σου ο νοικοκύρης κι αυτός -παλιά ροκ, ροκάς- που έχει να κατέβει στο δρόμο από τότε που ο λαλιώτης πήγαινε στις επετείους του πολυτεχνείου και το γιαούρτι ήταν μόνο βραδινό γεύμα διαίτης. Ακούς τοπωνύμια της Αθήνας, άγνωστα, άβατα, ακούς για βίλες, ακούς για μπόμπες, για καλάσνικοφ, για απεργίες, όλα μαζί σ'ένα σάλιο, σ'ένα ρόγχο, κι όλες οι προτάσεις να κλείνουν με τη λέξη ανομία. Σε όλες τις κλίσεις, όλες τις εκφορές, σαν επωδός, ενώ προσπαθείς να συνταιριάξεις τη ντίσνεϊλαντ ενημέρωση με τα σκατά γύρω σου, αυτά που πλέον έχεις δει, τα βλέπεις, τα'χεις νιώσει ίσως -όχι ακόμα στο πετσί σου, αλλά κοντά είσαι, αν έχεις πετσί βέβαια. 

Γιατί είσαι από αυτούς που γυρνάνε στο δρόμο και βλέπουν ζωή, βλέπεις τους ανθρώπους πως κινούνται, πως μιλάνε, πως σκυλοβρίζονται, πως ανταλάσσουν ματαιώσεις, πως λιώνει ο ένας μέσα στο κουρασμένο βλέμμα του άλλου, πως το μεροκάματο κι η αγωνία μουγκρίζουν κάτω από τις ρόδες των αυτοκινήτων, πως στην άσφαλτο αυλακώνεται ο επικαθήμενος ζόφος για να υποδεχτεί το αίμα. Το αίμα. Σε λίγο πρέπει να του κάνουν φανάρι να περνάει κι αυτό με τη σειρά του. Αυτοκίνητα, μοτοσυκλέτες, πεζοί, ματαιώσεις, αίμα. Εσύ γυρνάς στο δρόμο, χάνεσαι στις διαβάσεις, χαζεύεις τα κορίτσια και τ'αγόρια που κατάφεραν και έμειναν κορίτσια και αγόρια και κοιτάζουν κορίτσια και αγόρια, δεν έγιναν τέρατα, δεν έγιναν φρούρια, δεν έγιναν νόμοι, δεν έγιναν στατιστικά στοιχεία. Εσύ τα βλέπεις όλα στο δρόμο, γι'αυτό στο μεσημεριανό τραπέζι με τους νοικοκυραίους απόντες της πραγματικής ζωής, δεν μπορείς παρά να βγάλεις καπνούς. Ή να τρελαθείς, αφού η πραγματικότητα είναι άλλη από αυτή που ακούς στα στόματα των κοντινών σου. Την είδες πως είναι άλλη. Κι όταν ανοίξει η τηλεόρασή τους, όταν αρχίσουν την παρλάτα οι ληγμένες γραβάτες τους, η πραγματικότητα παραμορφώνεται κι άλλο.

Στο ψιθυρίζει ο Βακαλόπουλος όμως -και ξέρω πως απ'αυτό ακόμα κρατιέσαι- πως το σωστό είναι το πιο φυσικό πράγμα του κόσμου, σωστό είναι να είσαι φυσικός. Σιγά μην μπορούν αυτοί να τον ακούσουν. Αυτοί το σωστό το αγοράζουν, το βαφτίζουν, το χτενίζουν. Δεν είναι δικό τους, είναι κατοικίδιο. Είναι νοικιασμένο σωστό· είναι το νόμιμο. Γιατί υπάρχει κι αυτή η ανομία ξέρεις· νόμιμη εντελώς. Είναι οι νόμιμες πράξεις τους, οι πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, που καταργούν τους νόμους νόμιμα, νεότεροι νόμοι πάνω στους νέους πάνω στους παλιούς. Ο νόμος μπογιά· στρώσεις ολόκληρες από νόμους, σήμερα ο νόμος μας είναι καφεκόκκινος, αύριο τον κάνουμε μπλε να ταιριάζει με το αιγαίο και την ανάπτυξη. Έχουν βαφτίσει νόμο κάθε όρεξη και διεστραμμένη επιβουλή τους και ανομία χρίζεται πια η καθημερινή πράξη, ανομία είμαστε όλοι οι μακριά από τη διαστροφή, ανομία είναι το σωστό. Ανομία είναι η φυσική σου τάση να κοιτάξεις τον διπλανό σου, τον λιγότερο βολεμένο ή τον ανέστιο όσο κι εσύ, και να τον ρωτήσεις τι έχει, τι χρειάζεται. Το συσίτιο, η συλλογική κουζίνα, το κοινόβιο, το αυτοδιαχειριζόμενο στέκι. Όλα ανομία, όλα ποινικοποιημένα.

Κι από την άλλη, η ανομία του τουρισμού και της αυθαίρετης ανάπτυξης, των πρόσθετων διατάξεων και των επιπρόσθετων βουλευμάτων που διορθώνουν στη βράση το νόμο, η ανομία των υποσχόμενων αγορών, των τσιμεντωμένων ονειρώξεών τους, των βιασμένων τοπίων που δεν έχει μείνει δέντρο όρθιο. Στην ποιότητα της αυτής δημοκρατίας, της αυτού δημοκρατειότητας, ο νόμος είναι διάταξη και όχι μέτρο δικαιοσύνης. Τους ακούς να εκφέρουν το "δημοκρατικά εκλεγμένος" με χροιά και τόνο που εννοεί "κάνω ό,τι γουστάρω". Ο δημοκρατικά διαβιών πολίτης δεν είναι εκλεγμένος, δεν είναι μέγεθος, δεν είναι φωνή, δεν κάνει τίποτα που να γουστάρει, δεν μπορεί να κάνει, δεν έχει δικαίωμα. Μόνο φόρους και ψήφο· κι ό,τι άλλο ξημερώσει ως άρρωστη όρεξη. 

Για κάθε ανομία σου, έχουν μία μεγαλύτερη. Για κάθε φωνή που αρθρώνεις, έχουν κι από ένα οργανωμένο μόκο, μια εγκληματική ομερτά, πληρωμένη και μοιρασμένη σε χιλιάδες άπειρες τυπωμένες λέξεις και καλοχτενισμένη φωτοβολία -τηλεόραση με μπριγιαντίνη, στόματα που ανοιγοκλείνουν και εκπνέεουν κούφιες εικόνες, γεμάτες αίμα και ψέμα, τα τσιράκια του άρχοντα ηλιθίου που'λεγε κι ο Τζιμάκος. Για κάθε εγκαταλελειμένη βίλα που την πήρες κουφάρι και φύτεψες ζωή στους τοίχους, χτίζουν ένα Mall -το μεγαλύτερο αυθαίρετο στην ευρώπη, η πιο παράνομη κατάληψη δημόσιου χώρου έβερ. Για τα εκατοντάδες άδεια μπουκάλια που βρήκαν και σκούζουν και οδύρονται, έχουν από μια σπαρτιάτικη γιάφκα όπου όλα θάβονται γλυκά, τίποτα δε συνέβη, τίποτα δε συνέβη. Όπλα, εκρηκτικά, χειροβομβίδες, τεκμήρια αίματος, αλλά δε συνέβη τίποτα. Εκεί που βρωμάει θάνατος, δε συνέβη τίποτα, δικός τους είναι έτσι κι αλλιώς, τον θάβουν. Εκεί που μυρίζει ζωή, εκεί είναι που τους καίει. Γιατί σπάει μύτη η μυρωδιά της, γιατί τους μπαίνει στη μύτη, γιατί δεν το αντέχουν. Οι μάσκες που φοράνε για να μας γαμάνε με ιλουστρασιόν χαμόγελο και βαλσαμωμένο χάι από το πτώμα του πέτρου κωστόπουλου για να το χαιρόμαστε, δεν είναι ανομία. Οι μάσκες που φοράμε για να τους υποφέρουμε, για να αντέχουμε τις χημικές ανάσες τους, αυτές είναι.Τα τάγματα εφόδου στην υπηρεσία του Μεγάλου Θανατικού δεν είναι ανομία· οι απεργίες είναι. Οι διεκδικήσεις, οι σηκωμένες γροθιές, η αγκαλιά στο σύντροφο, το χαμόγελο πάνω από τις χειροπέδες. Ό,τι ζητάει ζωή.

Δεν είναι ανομία ο Κάβος, τα Μάλλια και το Φαληράκι, δεν είναι ανομία ο τουρισμός της πρέζας και του αλκοολικού ξύλου. Είναι όμως η σκηνή που έστησες στην Ανάφη, στην Ικαρία, στη Δονούσα, στην Ελαφόνησο· όσο δεν καταναλώνεις, παράγεις ανομία. Δεν είναι ανομία οι τσαμπουκάδες παρκαδόροι που δεν αφήνουν, με το αφορολόγητο μαύρο αζημίωτο, σπιθαμή ασφάλτου απάτητη -δημόσιας ασφάλτου, ναι. Ανομία είναι που ψάχνεις να παρκάρεις στο κέντρο της πόλης μπας και κάνεις κάποια δουλειά και έρχεται ο αργόσχολος τιμωρός ρουσφετόμπατσος του δήμου και σου κόβει μπουγιουρντί. Στην ανομία της αλληλεγγύης σου παίρνεις μαζί σου το πρεζάκι -τον ανέστιο και πλάνητα, τον ξεπεσμένο. Από αυτή την ανομία εξαιρείται η επίχρυση κόκα των κοσμικών γκαλά, η ντέλικεητ πρέζα της παραλιακής, οι διαλυμένες μύτες της πιο χάι μπουρζουαζίας που δεν μπορούν πια ούτε να μυρίσουν. Πέντε μπλοκ πάνω από την πλατεία Εξαρχείων, η τιμή της πρέζας διπλασιάζεται και έρχεται ντελίβερι σε βελουδένια πουγκιά να συνοδεύει το γκουρμέ σούσι, αλλά αυτό δεν είναι ανομία. Αυτό είναι ειδήσεις του σταρ, είναι η φωτεινή πλευρά της ζωής.

Κλείνουν το ΕΚΕΒΙ· ασύμφορη η διαχείριση του βιβλίου, δεν είναι κεφάλαιο το βιβλίο. Μας διαβεβαιώνουν όμως ότι η γιουροβίζιον τη γλίτωσε· θα απολαύσει κανονικά τη συμμετοχάρα μας, πάλι ουρλιαχτά με σημαιάκια. Σύμφορο αυτό· συμφορά. Λέω συμφορά και θυμάμαι τις φωτιές. Θυμάμαι τη Ζαχάρω, δήμαρχος λεβέντης. Εκλεγμένος· με κουμπούρι. Αποκαϊδια ο Καϊάφας σε δύο μέρες, αποχαρακτηρισμός από το πρόγραμμα natura σε μία μέρα. Αγορά της γης στη μισή τιμή, ιόνια οδός. Κι άλλες ευκαιρίες για κατανάλωση, μίζα, ξέπλυμα. Ανάπτυξη. Η ιδιωτική πρωτοβουλία αναγνωρίζεται μόνο άμα κυλάει χρήμα, μόνο όταν έχει στόχους. Ιδιωτική πρωτοβουλία δεν είναι δεκαπέντε παιδάκια που βάφουν τα πρόσωπά τους και χορεύουν πάνω σ'ένα μπαλόνι, ζωγραφίζοντας με όνειρο τους τοίχους ενός σπιτιού που αλλιώς θα'χε ρημάξει. Το κεφάλαιο αναγνωρίζει μόνο νομικά πρόσωπα -όχι απαραίτητα νομοταγή βέβαια. Κι όσο το δυνατόν: λιγότερο συλλογικά -μόνο ομαδοποιήσεις ορέξεων των ληγμένων αδηφάγων καρχαριών καταλαβαίνει, όχι αλληλλεγγύες και μαλακίες. Όταν λέει ιδιώτης, εννοεί μηχανισμό που επιστρέφει κέρδος και υπερκέρδος. Ούτε στις λέξεις δεν δείχνει συνέπεια το μπάσταρδο. Είναι καιρός να την ονομάσουμε απλά και ίσια "εταιρική πρωτοβουλία" ή, ακριβέστερα, εταιρική πρωτοβουλία στους κόλπους της μαμάς κρατικής νομενκλατούρας που ανομεί και νομοθετεί -ένα πράμα και το αυτό.

Είναι αυτοί που μας πρήζουν τα συκώτια ότι θα γυρίσουμε στο '60 με την ανομία μας, κι είναι οι ίδιοι που έρχονται κατευθείαν από εκεί: αισθητική χωροφύλακα, πολιτική συνείδηση τσιφλικά, ανάπτυξη πλέη μπουζούκι για μένα. Είναι αυτοί που καταδικάζουν τη βία απ'όπου κι αν προέρχεται. Γιατί αυτοί προέρχονται από τη βία. Και ενοχλούνται από την αοριστία του απ'όπου, ειδικά όταν δεν κυλάει χρήμα. Βίλα χωρίς πλουσίους, χωρίς ιδιοκτήτες, δεν υφίσταται άλλωστε. Το ξέρουν καλά αυτό. Θέλουν μόνο να το μάθουμε κι εμείς. Αλλά εμείς δεν.
8

ανασαίνοντας


μια βόλτα 
για καθαρό αέρα 

δίχως λόγια 
γιατί την ανάσα 
δεν την λες 
την παίρνεις 


















(φωτος: στο Μαίναλο σήμερα περιδιαβαίνοντας)

όπου "τόπος" βάλε "ψυχή"


"Η κατάληψη στέγης δεν είναι απλά ένας χώρος.  Είναι ένα άθροισμα τόπων με διαφορετικές ιδιότητες:
Δεν είναι σπίτι, γιατί υπερβαίνει το πνεύμα του Οίκου και της οργάνωσης του νοικοκυριού.

Δεν είναι κυριότητα και κατοχή του σπιτονοικοκύρη σε κάποια τετραγωνικά αποκτημένα με τους κόπους και τις θυσίες μιας ολόκληρης ζωής.

Δεν είναι ιδιοκτησία και τα συγκείμενά της.  Ο φόβος να μην σου κλέψουν αυτό που έχεις, να μη σου το περιορίσουν έστω και μερικά εκατοστά, να μην σου το πάρουν οι τράπεζες. Ο τρόμος να μην το χάσεις σε κάποιο σεισμό, πυρκαγιά ή τσουνάμι.  Ο φόβος και το τρόμος που σε κάνει να το οχυρώνεις, να το ασφαλίζεις,... να θάβεσαι μέσα του.

Είναι ένας τόπος όπου τα γραφειοκρατικά κολλήματα δεν διαμεσολαβούν ανάμεσα στα όνειρα και την πραγματικότητα, όπου άδειες της πολεοδομίας δεν παρεμβαίνουν ανάμεσα στην επιθυμία και την ενέργεια, όπου εμείς οι ίδιοι γινόμαστε αρχιτέκτονες και κτίστες μαζί, υδραυλικοί και μπογιατζήδες.

Είναι ένας τόπος όπου οι ταξικές διαφορές δεν καθορίζουν την ποιότητα της ζωής μας και τη θέα του μπαλκονιού μας, όπου το υψηλό ενοίκιο δε μας κλείνει μέσα για να καταφέρουμε να το πληρώσουμε.
Είναι αναγκαστικά το σπίτι των ονείρων μας, γιατί έτσι το αποφασίσαμε...

...Είναι το εφήμερο αλλά και το Εδώ και Τώρα, το δημιουργικό αλλά και το αυτοδημιούργητο.

Είναι ένας τόπος εν κενώ, ένα πείραμα, μια σήραγγα που ενώνει μια παρτίδα ανθρώπων που αποφάσισαν ν' αντέξουν τη διαφορετικότητά τους, γιατί βρήκαν κάτι κοινό.

Είναι ένας τόπος γεμάτος ζόρια και αντιξοότητες, ένας τόπος άτοπος για εργολάβους , ακροδεξιούς, μπάτσους, φιλόδοξους πρυτάνεις και για κάθε  ένστολη ή μη εκδοχή της τάξης και της ασφάλειας

Είναι ένας τόπος που μπορεί να χαθεί σε ένα βράδυ, ένας τόπος που μας έμαθε να προσέχουμε, αλλά να μην παρανοούμε.  Ένας τόπος που σα τένοντας κρατά δεμένη τη δύναμή μας στο κόκαλο των αρνήσεωνκαι των αντιθέσεών μας.

Η κατάληψη στέγης δεν είναι απλά ένας χώρος.
Είναι το άθροισμα όλων αυτών των τόπων και πάνω σ' αυτούς θα πατήσουμε για να πολεμήσουμε ενάντια σε ότι μας καταστέλλει.

Γιατί καταλάβαμε πως οι βραδιές που "κάτσαμε μέσα" για να πληρώσουμε το ενοίκιο δεν ξεπληρώνονται

γιατί κολώνα του σπιτιού δεν είναι αυτός που φέρνει φράγκα, αλλά η εσωτερική και συλλογική επιθυμία για αυτοοργάνωση και αλληλεγγύη

γιατί θελήσαμε να είμαστε αυτόφωτοι και διάχυτοι σαν τις πυγολαμπίδες στο σκοτάδι κι όχι ετερόφωτοι και στημένοι κάτω από το φως των μεγάλων προβολέων

γιατί σ' αυτό το ημίφως μάθαμε να χτίζουμε, χωρίς αλφάδια και χωρίς γερά θεμέλια, πράγματα που όμως ριζώνουν μέσα μας και διαρκούν για πάντα

γιατί μέσα σε αυτό το χάος μάθαμε να λειτουργούμε

κι αν χαθούμε σε αυτήν την προσπάθεια θα γυρίσουμε πίσω με καθρέφτες που θα δείχνουν αυτό ακριβώς που είμαστε, χωρίς καμία επιτήδευση"

(αφίσα στην πλατεία στα Εξάρχεια -Ιούλης του 2011)
Back to Top